Κυριακή 9 Μαΐου 2010

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΆΤΙΚΟ ΠΑΡΑΛΉΡΗΜΑ ΣΤΗ ΡΑΧΟΎΛΑ

Ο Ζέπης φρέναρε τη χόντα να δούμε κάτα πού θα σύρουμε.. κατά Παλαιοζογλόπι ή κατά τον Αμάραντο; Και κει που τηρούσα τις πινακίδες με τα χιλιόμετρα, νταλακιασμένη απ τον ήλιο και τη ζέστη, επαραδόθη σε βαθύ λήθαργο σκέψεων...

Σκούρα τα ηύρα από παιδί αλλά αυτό
δεν μ έκανε λιγότερο γκρινιάρα!
Τι κι αν είχα γονείς πτωχομπινεδες,
μπαχτσιβάνηδες κι αγράμματους,
που μας ταίζαν μόνο ψωμί..
με λίγο ζάχαρη να ξεγελάει στη γεύση,
ζαμπουνιασμένη είμαι και τώρα με το μακαρόνι
και τα κουτόρεγγα κάθε μέρα.
Τι κι αν με δώκαν άντρα με το ζόρι στα δεκάξι,
μπάκα και τριχωτό,
που ευθύς επρόγκιξε
κι εμαθεύθη ότι επήρε άλληνα στην Πρέβεζα,
έκανα τάχας πως φουρκίστηκα
και το ριξα στο πιοτί και στους παπάδες.
Όλους να ρωτήξετε λένε η Σούλα ξέρει να ζει,
να γλεντά, να καλοπερνά,
γειά σου ρε Σουλάρα τσίφτισσα και καραμπουζουκλού
και τα ρέστα μάντολες.
Εγώ ξεύρω πως είμαι άπληστη παταξού
και δεν μένω να φχαρστιέμαι ό,τι έχω,
μα κι απ την άλλη,
δεν είν ξεΐγκλωτο να κάνω το αρκούδι της αγάπης;;
Ποιά είν η συνταγή για τη συνέχεια ?
Η αλήθεια είναι μία και έχει όλα τα πρόσωπα.
Όταν κάποιο θα φανεί καλιαρντό
και δεν θα μας αρέσκει, μας πιάνει αλιμούρα.
Έτσι ειν ο άνθρωπος - τα πάντα όλα αντάμα -
θα προσφέρει το ποίημα, το λελούδι, το συναίσθημα,
αλλά θα πάρει και σβάρνα
με το βουβαλοκόπαδό του ό,τι βρει στο διάβα..
Τζουράσι παρκ και αρκούδι της αγάπης
θα πρέπει να συνυπάρξουν,
γιατί τίποτε απ τα δυο δεν θέλει ν αφανιστεί.
Τζάμπα καίει η λάμπα λεπόν να μιλάς
και να κρινς τους άλλους,
να μιλάς για σένα κύριε
και να μαγειρεύεις με όποια συνταγή θες.

Και συνεχίζει η βίβλος σοφίας το επόμενο κεφάλαιο..

Και είσαι μόνος σου το λεπόν, όλα εσύ και εσύ όλα,
πασχίζεις αναντάμ παπαντάμ να βρεις τη συνταγή..
φτάνεις σ ένα σταυροδρόμι
και δεν ξεύρεις από πού να πας!
Πάντα γινόταν όμως αυτό..
εκεί που σκάβεις μονοπάτι ένα,
σκάβεις σκάβεις να προχωρείς σ αυτό
εντός ορίων, να κάνεις ζάφτι
και να ξεύρεις που πατάς,
μες τον ξαφνικόν κουρνιαχτό, μήτε που καταλαβαίνς
το μονοπάτι να γίνεται περικοκλάδα και να μπερδεύεσαι.
Νιώθεις να έχεις ανάγκες:
δλειά, μπερντέ, συντρόφς, προσωπική ανέλιξις.
τι να κανς και συ και δεν είναι κανείς να σε πει πώς..
πρέπει να διαισθανθείς?
είναι αίσθησις η διαίσθησις?
να κουκουλοφορηθείς να μη μυρίζεις
να μη βλέπς να μην ακούς
μπας και πάρει μπρος αυτή η έκτη αίσθησις
και δούμε καμιά προκοπή. Α τούτο?
ακέφαλη να ζβαρνίσω τα σταυροδρόμια
και ό,τι σχηματίσει το ποδάρι?

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

ΝΑ ΜΗ ΘΊΞΩ, ΜΌΝΟ ΘΑ ΒΉΞΩ

Σήμερα έβαλα τ άσπρο το τσίτι με τις πούλιες στα μανίκια
να πάω στη δουλειά.
Ήτανε είκοσι χρόνια πριν ρούχο της θειάς της κοπτοραπτατζούς.
Σένιο μοντελάκι.
Με θώρησα στον καθρέφτη.
Η φάτσα μου ομοίασε προς λεπτόν ωσάν κομμένο αυγολέμονο
αλλά λέω....: δε γαμιέται.
Βγαίνοντας στον κεντρικό, δάκλυσα απ τον ψόφο.
Φύσαγε χατζαρούλες. Ξάφνου... Ζλάρτς!
Σβαρνίστηκε ο λευκός ο τάκουνος
με λύσσα σε αλογοκούραδο.
Ε τ...
Πήγα να πω καμιά κουβέντα για τους μπιστόβλιακους γκαραγκούνηδες
π αφήνουν ολούθε τα ζώα τους να κοπράνε
αλλά λέω...: δε γαμιέται.
Η Άντζελα αδειανή. Σύρονται με τα τρακτέρ στις εθνικές
γιατί χρωστάνε της Μιχαλούς.
Ξέρα και τα χωράφια. Φαλακροχώραφα.
Απόψε έφυγε μια φουρνιά τρακτέρ απ το Μπανταλάρι για Τύρναβο.
Γιατί κι οι κτηνοτρόφοι πάνε καλύτερα;
Θα ξεχάσω γω το Σωτήρη το γελαδάρη που τον έφαγαν τα χρέη
και τα φέσια απ τες κρεατέμπορους που τ άφηναν με τα τσεκς
και πήρε μια μοσχάρα κι επνίγη στην Καράμπελη θε σχώρατον;
Το Ορτύκι βαρούσε κι αυτό μπιραλάχ απ την αναδουλειά
κι έκοβε σβούρες τρουίρω μου. Με ζαχάρωνε, με μέλωνε
και με σουσάμωνε για να δέσω.
Δουλειά δεν είχε ο διάολος, ζύγιζε τα καλαμπαλίκια του.
Άντε κι αυτός ο Κίτσος ο Γυφτουλιάγκουρας.
Καιρό έχει να φανεί στα μέρη μας
ή καν άλλο πράμα ασίκικο ρε παιδί μ.
Άντε κι αυτοί που θα με κατέβαζαν αθήνα πού είναι;
Στο κλείσιμο, ζβήνουμε τα φώτα και πάμε να κλειδώσουμε με το Ορτύκι.
Τοτενές σκάνε με φόρα απ το χωματόδρομο οι γαλατάδες με τα μπλε καρούμπαλα.
Κόκες και ντουντούκες έγινε αλιμούρα ότι περάσανε απ το χωριό
φορτηγού που ξεκίνησε το τουρ Φλώρινα.
Ε τη μαύρη χελώνα που με κατούρησε.. χεστήκαμε,
κρυφτήκαμε εντός πριν μας μπανίσουν
κι εκάνουν ντου στις αποθήκες του σαπίλα του Κοκοβιού.
Το γκαντεμοφόρικον Ορτύκι επέμενε εκεί, να του κάτσω μες την αναμπουμπούλα
αλλά λέω...: δε γαμιέται.

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2010

ΕΊΜΑΙ ΞΙΝΉ ΔΕΝ ΘΈΛΩ ΚΑΝΈΝΑΝΕ

Φίλες κιο φίλοι όλοι πιόνια ψάνετε.
πιόνια να σας εβεβαιώσουν ως άλτιμέτ κατά το εγγλέζικον εραστές.
ως και γαμώ τις περσόνες φίλους.

Χάιντε και τς βρείτε να ιδώ τι θα κιόσετε.
ε όχι να μ πείτε.
Ναι τώρα πες είμαι δω δας και ενεγκάβλωσα στο ιδεοπλάνον ότι κάποιος βρισκεί σε με αυτό που δεν βρίσκω γώ. Ώρε τι με λες? Σπανίως το λαμβάνεις δαύτο το στιχούργημα.
Χαδολόγα ινά χαδολογήθεις. σπάνιον. σημαίνει έχω τύχην.
Άι ξύπνα. Άι ξημέρωνε.
Άι γενικότερα και ξουτ. θεενκς

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

ΤΖΆΜΠΑ ΚΑΊΕΙ Η ΛΆΜΠΑ, ΤΖΆΜΠΑ ΚΑΙ ΤΖΕΡΕΜΈ


Ομιλάτε ω ρε ζούδια. γιατί σούρατε το κουφάρι μέχρι σα δώ; ομιλάτε κι άμα κουτρουμπελήσει και καμίαν πατάταν από τον στόμαν σας θα κάνομε δεν την είδαμε.
θέτε να ψωνίστε και γκόμενα.. ομιλάτε.
μα έρχεσαι κύριε μου να σε καμαρώσουμε που κάθεσαι σαν το λεμέ ψιλολέλεκα στο σκαμπό. Μ αν δεν πλασάρεις μ αραγμένα κυβικά αυτό που είσαι, ό,τι σκατά κιο να σαι ρε παιδί μου, για την πορδή του κάβουρα θα σε περνάμε.
Ε άντε και τό δες τώρα συ το μπαρ θέατρον, τοιμάστηκες από πριν στην τουαλέτας παρφουμαρίστηκες έβαλες το καθαρό το σώβρακο ξαναξουρίστηκες προχθές τα πήρες πάλι, ε και τί; να σφάξουμε ρέγκες μεις τώρα που ξεπατικώνεις τον Σούλτσο; Όπα και τα χρυσά μανικετόκουμπα! ρε που τα σούφρωσες δάυτα; από κανάν ποτισμένον λαρισαίο τυρά. Εντάξει να τηνε δεχτώ την κουβέντα του Ζέπη "Το μπαρ φίλοι μου θέτει προδιαγράφες κοινωνικές". Α βρες εσύ κανάν τώρα που να τις έχει όλες δαύτες και να ναι κάθε μέρα πρώτη μουρή στο καβούρι. Γιγνώσκω ολημερίς στον αγώνα είμαστε προς τελειοποίησιν ιδίου κουφαρίου - άσχετα που αυτό ακριβώς που θέλομε να γίνει ποτές δεν είν έτοιμο, πάει στο σωρό για δεύτερα. Ε και δε μας χαλεί να ασχολιόμαστε με τ άδειο κουφάρι, καθότι πας λέει παραμέσα κείθε πιάνεις λίγο ουσία λίγο ψαχνό και λοιπά, κι όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, βρώμισε. Ε και περνάν τα βράδια, σκαν οι φούσκες που φκιάνεις, τα κενά θρονιάζουν μες σε άλλες φούσκες, που ταχα μου σε λυπεί σα σκάνε και δαύτες
Ξεκόλα ρε Βαμβακούλα τη μιζέρια τούτη σ έφαγε δεν παίρνεις χαμπάρι ντιπ; κάνε ντε το αλισβερίσι σου με το ντουνιά. Δεν είναι το κουφάρι σου το σάπιο, επίκενδρον. Θα γίν η θάλασσα γιαούρτη και δεν θα χεις κουτάλια μετά.
πάμε τώρα έφυγες!

Σάββατο 29 Αυγούστου 2009

ΓΙΑΤ'Ι ΔΕΝ ΕΠΉΓΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΉΜΙΟ

Κάποτε ήμασταν κούτσκα αλλά είχαμ εφύγει απ τα σπιτικά μας και βγάζαμε τον μπερντέ απ τον δικό μας μονάχα κάματο. Οι γέροι μας εμίλησαν να μπούμε στο λύκειο και να πάμε λάρισα ύστερο να μας μάθουνε τα λογιστικά να δουλέψουμε ντακότες. Ο σοφότατος Ζέπης τότε εφάνη εμπρός μας, μες απ τις βρούβες κιο τις καλαμιές ωσάν βιβλική μορφή φέρουσα τους χρησμούς, τσαλακωμένος αξούριστος, κρατώντας πάντα στας χέρας του μια παλαιά έκδοση λεξιλόγου Φυτράκη. Απλώσαμε κεραίες, κι αυτός ελάλησε στον εξής ρυθμό:



" Η παροχή ακαδημαϊκής γνώσης είναι το εξευγενισμένο τάισμα μιας πολυ-αναμασημένης τροφής που χρόνια τώρα καταψύχεται - δυστυχώς στέρφα η γη μας από νέα σοδειά, εξαιτίας της μουχρίτσας και του βέλιουρα. Με την πρώτη επαφή, προκαλούνται τακτικές παλινδρομήσεις του οισοφάγου, αλλά με τον καιρό η τροφή επαναπροωθείται ομαλώς προς τον δωδεκαδάκτυλο και το δίχως άλλο, ο οργανισμός περνά στο στάδιο μονοπωλιακής αναζήτησης αυτής.
Τούτος, ο ημί-αποσυντεθειμένος (κοινώς σάπιο ξυλόμηλο) χείμαρρος γνώσεων σκυλοπνίγει το Διαμαντή, σαπιοκαραβοβουλιάζει το Διαμαντή, κι εκεί χάμου στον πάτο απασχολείται στο να ταλαιπώρει κουφά κι αμνήμονα χρυσόψαρα μέχρι να κατανοήσουν ό,τι αυτός με τόσους κόπους μάθαινε. Και ούτε που κοντά να ξεπροβάλλει στην επιφάνεια και ν' ατενήσει τον ορίζοντα της πραγματικής γνώσης.. "




Κάπου την αλήθεια τον εχάσαμε, δηλαδίς κει που πε μια παροχή κι έπειτα, όπου εμένανε ο νους μου έτρεξε στην απλήρωτη ΔΕΗ. Επειστήκαμε πάντως, φίλοι, κιο μείναμε στα χωριά. Άλλοινε στα μπαρ κι άλλοινε στα μπα'ί'ρια.*



" Στα χρόνια στα κατοπινά, ο Διαμαντής^, δικηγόρος πια στα Σούρμενα, επήγε μετά από κάτι ενοχλήσεις στο γαστρεντερολόγο κι ο τελευταίος αποφάνθη: Διαμαντή! Η κοιλιά σου είναι μια άπλυτη κρασοκανάτα. "



* φαλακροχώραφα
^ ο Διαμαντής βγαίνει από το Αδαμάντιος

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

ΚΑΛΗΜΈΡΑ ΚΙ ΈΦΕΞΕ!: Ο ΠΑΤΕΡΟΎΛΗΣ

Αρχίνησα την καριέρα μάρθα βούρτση, καρμπόν με πολλά άλλα γκαργκανούλια σκατότυχων νοικοκυριών, όταν μας την έκανε ο πατέρας ο αθίγγανος. Ε τώρα τι να λέμε πρώτος σουρουκλεμές ο πατερούλης, κι εγώ καλή μουλάρα που θεό τον εκάμα για να τηνε έλεα στη μάνα όταν με τουλούμιαζε, θεός σχωρέστηνα και δαύτην. Ο πατερούλης ήτο όπως όλοι οι παππουδέοι του μουσικός χορευτής ποκαδόρος κράχτης και φλοκατέμπορας. Όλη μέρα μασούλαγε σαν το τσώνι ξεροκάρπια κι είχε στο πλαστικό το αύρα βότκα και ρούφαγε με το ροζ καλαμάκι. Ήτο Νοέμβρης, βροχερός βρωμιάρης μες τη λάσπη και στα σκατά νοέμβρης, όλες μου οι αδερφάδες είχαν στηθεί γύρω από την τιλιόραση σαν πρόβατα στη φάτνη, είχανε γκαγκανιάσει στο κλάμα, χτένιζαν μαλλιά, έτρεχαν μίξες και ξαναματαπάλι ξελαρυγγιάσματος το τροπάρι. Η μάνα ήταν στην κουζίνα και παιδευότανε όλο το πρωί να μαγιορεύει κάτι που δεν εφάγαμε ποτέ. Οι λάμπες είχαν αρπάξει και αναβοσβήνανε σα ν' άστραφτε και μες στο σπίτι ο κωλόκαιρος. Ε δεν ήτελε και πολύ πρωτοπορία το πράμα, ο πατερούλης πετάχτηκε να πάρει κωλόχαρτο και φαρινάπ και δεν ξανάρθε.
Επεράσανε πολλά χρονιά για να καταλάβω τι πούστης ήτο ο πατερούλης, πλάγιαζα γυναίκα εγώ με άδειες σωβρακοφανέλες, σα να μου εκάμνανε ξόρκι διάλεγα όμοιες του πατερούλη. Θαρρώ ποτέ δε γεύτηκα αντρίκια ιδέα και συνεχίζω μέχρι τώρα την κατάρα της μάνας. Αρχίδια ξεφούσκωτα που χέζονται απάνω τους κι αντί να μαζέψουν σαν κύριοι τα τιποτένια κουράδια τους, λουφάζουν σαν τις βιασμένες πάπιες και τ' αφήνουν στους δικούς τους να τα καθάρισουν. Γίνε άνθρωπος ρε, γίνε άντρας, πάρε την ευθύνη της μαλακίας και μετά φύγε άξιος, όχι σα να μην έτρεξε κάστανο, πολυαγαπημένη πάω στο σουπερμάρκετ Γαλαγάλα κι έρχομαι, και τρέχεις ποντικοθόδωρας στο ταμτούμ γι΄ αλεπουτόμαρα.
Σε περίμενα πατερούλη, σε περίμενα σαν την γκόμενα χαρμάνι που την αφήκε λούης μ' ένα μπαούλo σούξου μούξου μανταλάκια και τα ρέστα καραμέλες.
Και τι έγινε που ήρθες και τι έγινε;;


ΠΑΤΙΝΆΡΕΙ ΤΟ ΣΚΟΥΛΉΚΙ ΣΤΟ ΤΖΑΤΖΊΚΙ;

Μύρισ' ο θάλαμος νέφτι.
Μπήκε κι ο Ζέπης κι έφερε τα γκαβλιτσεκοσύνεργα.
Ο κώλος έχει γίνει ταψί στο κρεββάτι
και το στομάχι μούλιασε από σούπες νερομπούλια.
Το παιδεύω γαμώ το φελέκι τους το παιδεύω το σέρνω και μόλις έβαψα και το νύχι μουσμουλί και χτυπάω τα πλήκτρα σα να πονπονάρω τα δάχτυλα απ' τα λάδια της μπριτζόλας στην χαρτοπετσέτα του ΜΠΙΛΛΥ ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ. Μην απορείς και μη λυπάσαι που δεν στέκουμαι άνω των περιστάσεων, αλλά έχω προβλήματα υγείας και μ' έχουν πάει πίσω, ή πολύ μπροστά, πάντως δεν τσουλάω πια με το συνάφι μου. Μελίγκρα είναι θα την ψεκάσουμε, λέει ο Ζέπης. Ξέρω και γω μωρέ. Βλέπω ταινίες στο ντίβιντί που όλ' οι θεατρίνοι, όταν τους σκάνε τα καλιαρντά, παίρνουν ένα φίλο ή και μονάχοι τους και ξεκινάνε ρόουντι τριπ, εκεί γνωρίζουν τόσο κόσμο διαφορετικό, που ξεχνάν ποιοι είν' οι ίδιοι και ξαναγράφονται απ' την αρχή. Θα ήτο καλό να συνέβαινε τώρα αυτό, αλλά έχω προβλήματα υγεία και με πάνε πίσω ή και μπροστά. Το νιώθω, εκεί κατά το Μαή Ιούνη, θα τηνε δώκω την κουτουλιά την οριστική. Με την κεφάλα μου θα σπάσω όλα τα μπουκάλια του κόσμου (όπου κόσμος Άντζελα), θα σπάσω το παραγκοκούτι που κοιμάμαι, θα σπάσω και τα ψάρια που 'χει η Ντόρα στη γυάλα. Μου τη δίνουνε, είναι χαζεμένα και πρέπει να βγούνε στον ωκεανό, άμα έχουν αρχίδια να μην ψοφήσουν, δεν τους αξίζει τίπτις άλλο. Δέμελέρε Σούλα, ποιον ωκεανό; Τον παγασητικό, ξέρω γω. Σάματις θα μπορέσω να βγω σε ωκεανό; όταν κάποια καρκινιάρικη αρρώστεια θα χει μολύνει τα σκώτια και δεν θα χω τον παρά να τηνε ξεκολλήσω από μέσα μου.. Να πάρω μαούνα να βγώ στη θάλασσα στην πορτογαλία κι όπου με βγάλει. Και πως θα πας μαρή στην ποργαλία; Ε δεν θα βρω κάποιονε να κάνω το ρόουντι τριπ μέχρι σα κείθε, άντρα να προτιμήσω για να μαρσάρουμε και λίγο πριν το τέλος, ολοκληρώνοντας επιτυχώς την τετραετία της κυβέρνησης. Κουβέντες κούφιες ξεΐγκλωτες για μια νιανιάρα που το φυσάει και δεν στεγνώνει (το νύχι νοώ). κάνει την τρίχα τριχιά, βγάζει της μύγας ξύγκι κλπ. (δες σε λίγο κι απάνω γιατί και πως τούτο το δράμα κι υπερβολή δεν έχω περίοδο)