Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

ΆΣΤΑ ΡΑΣΤΑ, ΦΆΕ ΠΆΣΤΑ (ΜΈΡΟΣ ΔΕΎΤΕΡΟΝ)

Δεν ξέρω τι περιμένετε ρε. Θέλετε τη Σούλα να σας κάμει κέφι παντού και πάντα, και αν δεν σας κάθετε ή δεν τη κατεβάζει ολάκερη τη μπουκάλα, τη λέτε ότι ψόφησε κιο βρωμίζει το κουφάρι της απ΄τη σαπίλα. Ρε! Σπινιάρ' η γάτα στο γιαούρτι; Ε όχι ρε. Δεν έχει ψάρια ο πάγος! Κι η Σούλα περνά τις "φάσεις" της. Δε ξέρω ρε που θα με βγάλει το ξενύχτι. Ώρες ώρες το υπηρετώ πιστά, σα να ήτο το ηθικότερον επάγγελμα όλων, σα να μένω άγρυπνη σκοπός στο μπαρ για να γιατρεύω τα καύκαλα τα δικά μου και των αλλονώνε, αλλά η νύχτα είναι μυστήριο τρένο, δε σε πλανά έτσι χωρίς λόγο, κάτι θέλει να πάρει από σένα, σιγά σιγά.., με τον τρόπο της. Τη μισώ φορά με τη φορά. Η αγάπη και το μίσος είν' οι δυό όψεις απ' το δίευρο, λέει ο Ζέπης. Εγώ θαρρώ τη μισώ τώρα πιο έντονα από κάθε άλλη φορά και θε να πάω Αθήνα. Η νύχτα εκείνη θα ΄χει να με κερδίσει πάλι απ΄ την αρχή και δε θα 'χω προηγούμενο λογαργιασμό με κανέναν. Άρχισε να ξηλώνει το πουλόβερ εδώ στο χωριό. Με ξέρει όλο απ' έξω κι ανακατωτά, ο καθένας νομίζει ότι μπορεί να με κάνει ζάφτι, κι αυτό με χαλεί.. Το Ορτύκι ξέρει σε πια γουλιά Τζιμ Μπιμ θα ρευτώ και σε ποια θα σπάσω το ποτήρι. Μου πουλεί έρωτες ακόμα και παντρολογήματα και φοβούμαι μην κάνω μαλακία καμιά μέρα, βαρέσω μπιραλάχ, γκαστρωθώ και πλένω σώβρακα και φκιάνω κωλοτρυπιδόσουπες ολημερίς. Ο Κοκοβιός ξέρει πόση ώρα κάνω στο πορσελάνινο λεωφόρειο κι ο Μπαρμπα-Κώστας είναι μανάβης, ιδιοκτήτης μου, πελάτης το βράδυ, θείος, κουμπάρος ΚΑΙ αθλίατρος του χωριού! Πότε θα με πάρουν για ντοκιμαντέ;;; Δεν έχω λεφτά γαμώτι μου, δεν έχω! και θε να φύγω! μακριά.
Τι κοψοφλεβιά και δαύτην πάλι σήμερις ανάθεμα το ρεπερτόριό μου μέσα.



Όλα τα βλέπω σκοτεινά και μπερδεμένα
λες και με βρήκαν όλες οι καταστροφές
πάνω στην τρέλα μου συνάντησα και σένα
και η ζωή μου πήρε ανάποδες στροφές

Έχει θολώσει το μυαλό μου απ΄ το σκοτάδι
και η καρδιά μου έχει τόση μοναξιά
πάνω στην τρέλα μου μιλάς και συ γι΄ αγάπη,
εγώ βαθειά μου νιώθω μόνο παγωνιά

θα πάρω φόρα θα πάρω φόρα να τα γκρεμίσω
αυτά που μου 'χουνε μπερδέψει τη ζωή
θα πάρω φόρα θα πάρω φόρα να τα γκρεμίσω
να πάρω επιτελούς μια αναπνοή



Κι αν εφιάλτης μου είναι ότι παθαίνω κύρωση του ήπατος, φκιάχνομαι κι εγώ με τ΄ ότι κάποτε θα θάψω την Άντζελα που με γέννησε..

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

ΆΣΤΑ ΡΆΣΤΑ, ΦΆΕ ΠΆΣΤΑ

Εψές ήρθε ένας στην Άντζελα και γύρευε τη Ντόρα Ξεσήκου, ρωτούσε αν μένει στο χωριό και που, η Ντόρα έλειπε - την είχε πετάξει ο Χαλιβούρδας με την καρότσα στον Παλαμά να φέρουνε τη νέα σοδειά Τζιμ Μπιμ Μπλακ. Τα κορίτσα κι ο Κοκοβιός εκάνανε τις πάπιες. Εγώ πετάχτηκα σαν τη πορδή και του ΄πα ότι σταμάτησε το μπαρ κι έφυγε για Ντουμπρόβνικ. Η φάτσα ήταν περίεργη κιο μυριστήκαμε τη βρωμοδουλειά. Την έψαχνε για βίζιτες να ξοπληρώσει χρωστούμενα από ζάρια που ΄παιξε. Ο Ράλλης την επήρε στο κινητό να μην πατήσει στο μαγαζί γι΄ απόψε μη σήκωνε μπελάδες. Η φάτσα θρονιάστηκε σε καλό τραπέζι και στείλαμε την Αγορίτσα να ψαρέψει ορέξεις. Ο τύπος ήτο σαλονικιός και θα 'φευγε το πρωί. Δεν του την είχε δώσει τόσο η Ντόρα, άλλα είχε κάνει χοντρή κρασοπατινάδα κι ήτανε φέσι. Του βάλαμε κι εμείς τ' ανοιχτά τα ουίσκια ν΄ αποτελειωθεί, μη του σφυρίξει κανάς αντάβαλος τίποτις. 'Γω 'χα χαλαστεί πολύ - η Άντζελα έχει βρωμίσει ως τα μπούνια και τίποτε δεν την ξεπλένει. Ούτε με το Ράλλη δε ξεσηκώθηκα, βυθίστηκα στο τσίπουρο και θόλωσα μες τα καπνά του σαντέ. Όταν ο σαλονικιός παρήγγειλε μες τη λιαρδοσύνη του στο Ορτύκι που 'τανε στο δίσκο να πάω στο τραπέζι για παρέα, εγώ τα πήρα - μας το 'παιζε πολύ λεμές ο τύπος και σκύφτε όλοι να σας καβαλικέψω. Ζυγώνω το λεπόν και του λέω Καλ΄ η παρέα σου φάτσα, αλλά βρωμάν τα πόδια σου. Ο σαλονικιός φορτώνει και πάει να με βουτήξει από τη μπροστινή ξεφτισμένη αντάυγεια. Το Ορτύκι μπαίνει στη μέση και τονε ξαναπαλουκώνει στην καρέκλα. Ο Κοκοβιός πήρε φωτιά στον κώλο και "διακτινίστηκε" (κατά τον Ζέπη) κι αυτός εκεί.
- Πάενε χόρεψε μωρή. Τζάμπα μωρή πλέρωσε ο άνθρωπος άλφα τράπεζα πίστεως και είκοσι πανέρια γαρούφαλλα
Να το σημάνω ο Κοκοβιός με είπε δυό φορές μωρή λες κι είμαι κανάς βιγκολεβίγκος.
- Μόρα και κασίδα, και βρόντηξα το ποτήρι μου καταΐ.
Αυτό δεν το 'καμα από μαγκιά, αλλά την αλήθεια τα ΄χα τσούξει λιγοστό και δε το βαστούσαν τα χέρια μου. Το δίχως άλλο βγήκα από το μαγαζί σα να 'χα καταπιεί τον Εγκέλαδο. Με πήρε στο κατόπι και το Ορτύκι και μες την τύφλα μου άρχισε να μου τσαμπουνάει έρωτες μύθια και λόγια χωριοπανηγυριώτικα. Δεν ήτο κακός, ήτο μικρό γκαργκανούλι ακόμη κι ενθουσιάστηκε που 'νιωσε προστάτης για την πάρτη μου. Μετ' από λίγο όρμησε όξω κι ο σαλονικιός, σουρνάμενος σαν το κροκόδειλο μέχρι τη χέστρα. * Ο βεσές είναι έξω από το μαγαζί προς την αποφυγή οσμών* Αηδίασα έτσι όπως τον είδα γονατιστό να οδηγεί το πορσελάνινο λεωφορείο. Κάπου κει μας πέτυχε κι η χαραυγή και φώτισ΄ ο ήλιος τις μούρες μας που ΄ταν σαν κομμένο αυγολέμονο. Δεν είναι όλα τα βράδια καλά. Δεν είναι κάθε μέρα όλοι φίλοι.