Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

ΚΑΛΗΜΈΡΑ ΚΙ ΈΦΕΞΕ!: Ο ΠΑΤΕΡΟΎΛΗΣ

Αρχίνησα την καριέρα μάρθα βούρτση, καρμπόν με πολλά άλλα γκαργκανούλια σκατότυχων νοικοκυριών, όταν μας την έκανε ο πατέρας ο αθίγγανος. Ε τώρα τι να λέμε πρώτος σουρουκλεμές ο πατερούλης, κι εγώ καλή μουλάρα που θεό τον εκάμα για να τηνε έλεα στη μάνα όταν με τουλούμιαζε, θεός σχωρέστηνα και δαύτην. Ο πατερούλης ήτο όπως όλοι οι παππουδέοι του μουσικός χορευτής ποκαδόρος κράχτης και φλοκατέμπορας. Όλη μέρα μασούλαγε σαν το τσώνι ξεροκάρπια κι είχε στο πλαστικό το αύρα βότκα και ρούφαγε με το ροζ καλαμάκι. Ήτο Νοέμβρης, βροχερός βρωμιάρης μες τη λάσπη και στα σκατά νοέμβρης, όλες μου οι αδερφάδες είχαν στηθεί γύρω από την τιλιόραση σαν πρόβατα στη φάτνη, είχανε γκαγκανιάσει στο κλάμα, χτένιζαν μαλλιά, έτρεχαν μίξες και ξαναματαπάλι ξελαρυγγιάσματος το τροπάρι. Η μάνα ήταν στην κουζίνα και παιδευότανε όλο το πρωί να μαγιορεύει κάτι που δεν εφάγαμε ποτέ. Οι λάμπες είχαν αρπάξει και αναβοσβήνανε σα ν' άστραφτε και μες στο σπίτι ο κωλόκαιρος. Ε δεν ήτελε και πολύ πρωτοπορία το πράμα, ο πατερούλης πετάχτηκε να πάρει κωλόχαρτο και φαρινάπ και δεν ξανάρθε.
Επεράσανε πολλά χρονιά για να καταλάβω τι πούστης ήτο ο πατερούλης, πλάγιαζα γυναίκα εγώ με άδειες σωβρακοφανέλες, σα να μου εκάμνανε ξόρκι διάλεγα όμοιες του πατερούλη. Θαρρώ ποτέ δε γεύτηκα αντρίκια ιδέα και συνεχίζω μέχρι τώρα την κατάρα της μάνας. Αρχίδια ξεφούσκωτα που χέζονται απάνω τους κι αντί να μαζέψουν σαν κύριοι τα τιποτένια κουράδια τους, λουφάζουν σαν τις βιασμένες πάπιες και τ' αφήνουν στους δικούς τους να τα καθάρισουν. Γίνε άνθρωπος ρε, γίνε άντρας, πάρε την ευθύνη της μαλακίας και μετά φύγε άξιος, όχι σα να μην έτρεξε κάστανο, πολυαγαπημένη πάω στο σουπερμάρκετ Γαλαγάλα κι έρχομαι, και τρέχεις ποντικοθόδωρας στο ταμτούμ γι΄ αλεπουτόμαρα.
Σε περίμενα πατερούλη, σε περίμενα σαν την γκόμενα χαρμάνι που την αφήκε λούης μ' ένα μπαούλo σούξου μούξου μανταλάκια και τα ρέστα καραμέλες.
Και τι έγινε που ήρθες και τι έγινε;;


ΠΑΤΙΝΆΡΕΙ ΤΟ ΣΚΟΥΛΉΚΙ ΣΤΟ ΤΖΑΤΖΊΚΙ;

Μύρισ' ο θάλαμος νέφτι.
Μπήκε κι ο Ζέπης κι έφερε τα γκαβλιτσεκοσύνεργα.
Ο κώλος έχει γίνει ταψί στο κρεββάτι
και το στομάχι μούλιασε από σούπες νερομπούλια.
Το παιδεύω γαμώ το φελέκι τους το παιδεύω το σέρνω και μόλις έβαψα και το νύχι μουσμουλί και χτυπάω τα πλήκτρα σα να πονπονάρω τα δάχτυλα απ' τα λάδια της μπριτζόλας στην χαρτοπετσέτα του ΜΠΙΛΛΥ ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ. Μην απορείς και μη λυπάσαι που δεν στέκουμαι άνω των περιστάσεων, αλλά έχω προβλήματα υγείας και μ' έχουν πάει πίσω, ή πολύ μπροστά, πάντως δεν τσουλάω πια με το συνάφι μου. Μελίγκρα είναι θα την ψεκάσουμε, λέει ο Ζέπης. Ξέρω και γω μωρέ. Βλέπω ταινίες στο ντίβιντί που όλ' οι θεατρίνοι, όταν τους σκάνε τα καλιαρντά, παίρνουν ένα φίλο ή και μονάχοι τους και ξεκινάνε ρόουντι τριπ, εκεί γνωρίζουν τόσο κόσμο διαφορετικό, που ξεχνάν ποιοι είν' οι ίδιοι και ξαναγράφονται απ' την αρχή. Θα ήτο καλό να συνέβαινε τώρα αυτό, αλλά έχω προβλήματα υγεία και με πάνε πίσω ή και μπροστά. Το νιώθω, εκεί κατά το Μαή Ιούνη, θα τηνε δώκω την κουτουλιά την οριστική. Με την κεφάλα μου θα σπάσω όλα τα μπουκάλια του κόσμου (όπου κόσμος Άντζελα), θα σπάσω το παραγκοκούτι που κοιμάμαι, θα σπάσω και τα ψάρια που 'χει η Ντόρα στη γυάλα. Μου τη δίνουνε, είναι χαζεμένα και πρέπει να βγούνε στον ωκεανό, άμα έχουν αρχίδια να μην ψοφήσουν, δεν τους αξίζει τίπτις άλλο. Δέμελέρε Σούλα, ποιον ωκεανό; Τον παγασητικό, ξέρω γω. Σάματις θα μπορέσω να βγω σε ωκεανό; όταν κάποια καρκινιάρικη αρρώστεια θα χει μολύνει τα σκώτια και δεν θα χω τον παρά να τηνε ξεκολλήσω από μέσα μου.. Να πάρω μαούνα να βγώ στη θάλασσα στην πορτογαλία κι όπου με βγάλει. Και πως θα πας μαρή στην ποργαλία; Ε δεν θα βρω κάποιονε να κάνω το ρόουντι τριπ μέχρι σα κείθε, άντρα να προτιμήσω για να μαρσάρουμε και λίγο πριν το τέλος, ολοκληρώνοντας επιτυχώς την τετραετία της κυβέρνησης. Κουβέντες κούφιες ξεΐγκλωτες για μια νιανιάρα που το φυσάει και δεν στεγνώνει (το νύχι νοώ). κάνει την τρίχα τριχιά, βγάζει της μύγας ξύγκι κλπ. (δες σε λίγο κι απάνω γιατί και πως τούτο το δράμα κι υπερβολή δεν έχω περίοδο)