Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Ο ΟΎΖΟΣ ΒΡΕΞΤΟΛΆΡΥΓΓΑΣ ΚΙ ΟΙ ΚΌΚΕΣ

Ο Ούζος Βρεξτολάρυγγας το 'ριξε στην κοκαίνη και να μην του πω εγώ τίποτα ντάξει, μούγκα, και το δικό μας το μάτι γυρισμένο το βρίσκει το ξημέρωμα, πάρτηνε την κοκαίνη πασά μου κάπνιστην ρούφατην τρίψτην κατάπιοτην, αλλά μη μου ΄ρχεσαι και μπουρτζοκλαίγεσαι μετά. Δακλύζεις κύριε μετά την κοκαίνη, δακλύζεις! Δεν ξέρω τι γκαραζογκόμενες βλέπεις όταν φκιάνεσαι και μετά ξυπνάς και βλέπεις τη μάπα του Κοκοβιού, σκέφτεσαι ότι δεν έχεις να πλερώσεις ούτε τα γκαλιαγκδόσκυλα* που σε κυνηγάνε απ'το Κοπλέσι, ούτε τη μάνα σου που κάνει βακάνς στο γενικό.
Και σε λυπόνται όλοι. Άσκημο. Και να νιώθεις μιζέρια, κιο να την αποπνέεις! Ηθέλησες να νιώσεις θεϊκλίκι, παραπέρα, παραπάνω. Άλλο όμως να την πίνει την κόκα ο Σούλτσος, με τα σατέν μαύρα σακάκια, τα χρυσά δακτυλίδια, την κολώνια τζαϊπούρ, και να τη στρώνει με τα μαντρoπαλικαράκια του, να την πατάνε και να σηκώνουν αντράλα στο μαγαζί, να γελάνε να παίρνουνε τις καλύτερες γκόμενες, κι αυτές με τη σειρά τους να ξεχαρμανιάζουνε όχι μες τη σαπίλα αλλά μες την κυρίλα, γιατί είναι φτιαγμένοι τα σπάνε πλερώνουν και δεν τους λέγει και κανένας τίποτα. Ετούτοι αστράφτουν λες και τους φρεσκοπασαλείψαν απ΄το μαλλί μέχρι την κάλτσα με μπριγιαντίνη, ενώ εσύ μαστουριάζεις μες τη βρώμα στο δέκα επί οκτώ σαν το κλασμένο απ΄το θεό μαρούλι κι άντε να στη βαρέσει λίγο ν΄ αναλαλάξεις σαν το κοκόρι που το σφάζουνε κι έπειτα κλαις και κλαις. Δεν είναι έτσι οι άντρες Ούζε, οι άντρες πίνουνε και δεν παραπονιόνται, οι άντρες μπορεί να σέρνονται τις νύχτες σαν τα κροκοδείλια αλλά τη μέρα δουλεύουνε και ξυπνάνε. Έτσι την παλεύουνε. Κιο δεν αφήνουν κανένα βαπορέικο γκαλιαγκδόσκυλο να τους γαμήσει από μπρος κι από πίσω. Πεινούσες κι έπεσες με τα μούτρα στη σούπα με το ηλιέλαιο και τώρα ακόμη τρως, κι έγινες χοντρός σα βαβουροπατάτας, και τρως μονάχος σου, κανένας δε σε θέλει έτσι, κι αν θαρρείς πως δε σε μέλει αυτό κι ότι εσύ έτσι κοιτάς την πάρτη σου και περνάς καλά, τράβα βαλέ από δεκαεφτά και τα λέμε!

Υ.Σ: Τον γύφτο με τα τρία σκυλιά και το κόκκινο τουότα την επόμενη μέρα τον πήρανε οι γαλατάδες με τα μπλε καρούμπαλα για πέντε δράμια κόκα στο σακουαγιάζ. Μας αφήσαν το τουότα. Εγώ δεν πήγα στην Ιταλία.



*Μυθικά τέρατα του Θεσσαλικού κάμπου, σύζευξη καλιακούδας και σκύλου.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

ΦΩΤΙΈΣ ΜΑΣ ΆΝΑΨΕ ΤΟ ΤΟΥΌΤΑ

Εσήμερα περπατήσαμε μέχρι την Καράμπελη. Πήραμε κι ό,τι περίσσεψε από το ψηστορικό πανηγύρι του Μεσενικόλα | μπύρες και κοντοσούβλι στο λαδόχαρτο. Στο ποτάμι ξέπλυνα πλαστικά ποτήρια κι εκεί θα περνούσαμε ως το βράδυ μέχρι να ξεράσουμε τ΄άντερα και τα συκώτια μας. Εσήμερα δεν δουλεύαμε. Είναι Δευτέρα. Ζύγωσε κατά το δείλι ένα τουότα κόκκινο, που το΄χε ένας γύφτος με τρία σκυλιά. Τον κεράσαμε μπύρα βεργίνα (κακώς, δεν εφέραμε το τσίπουρο το καλό). Μας είπε ότι είχε γυρίσει βουλγαρία σλοβενία σκόπια τουρκία βλαδιβοστόκ κολωνία κι ότι είχε φτάσει ίσα με τη δρέσδρη.δέσδρη, δρέσδη! Μας είπε για βίζες, σύνορα, μπαρ, νέες δουλειές, δίαιτες του ανανά. Δεν ακούστηκε πανταβός ή μαλάκος. Τον εζούλεψα θαρρώ. Ο Ζέπης είπε κάτι λογοτεχνικό | ότι αυτοί που ταξιδεύουν είναι ξύπνιοι σοφοί με μεγάλο πνεύμα και ιδέες. Ο τσιγγάνος απήντησε πως το έχει στο αίμα του αναντάμ παπαντάμ ν' αλλάζει πατρίδες κι ότι ο Έλληνας δεν την κατέχει τούτη τη νοοτροπία. Κότεψα εκεί. Από μικρή θωρούσα πως ήξερα από ξενιτειά, που εβιάστηκα ν' αφήσω τη Σέκλιζα για το Μπανταλάρι. Μέχρι τα τώρα έχω γυρίσει ολάκερο το νομό, όσο καμιάν άλλη συχωριανή μου. Ίσως να μην αξίζουν τα λόγια του Ζέπη. Έτσι μας λέγανε και για το σχολειό, ότι θ' ανοίξει τους ορίζοντες, αλλά έχω μάθει πολλούς γραμματιζούμενους μουγκάβια και ανθυποτίποτες. Μόνο ένας τρόπος είναι να δω αν τα ταξίδια σε κάνουν σοφό | τα εσυμφώνησα με τον τσιγγάνο να με κουβαλήσει στο τουότα μέχρι την ηγουμενίτσα κι από εκεί θα έβρισκα άκρη με νταλίκα μου πε για να μπαρκάρομε στην ιταλία. Ο Ζέπης μου πε "δέμελερε σούλα, το σκέφτεσαι καλά;" κι εγώ του θύμησα τον πατέρα μου που είναι τσιγγάνος κι ετούτος ε και γιατί όχι το λεπόν.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

ΑΝΑΔΟΥΛΕΙΈΣ Η ΆΝΤΖΕΛΑ

Εσήμερα το μαγαζί ήτανε άδειο. Ο Κοκοβιός λέει πρέπει να φέρομε βουλγάρες και μολδαβές. Συνήθως εγίνεται εισαγωγή από χωριά της Λάρισας, αλλά κοστίζει. Ο Κοκοβιός λέει είμαστε το μόνο μαγαζί που δεν έχει κάνει εισαγωγή ξένες κοπέλαι. Εμένα αυτό δεν μου έχει αρέσει. Ο Ζέπης Καρντάς μου κάνει μαθήματα γραφής και ανάγνωσης της ελληνικής, σύγχρονης και καθαρεύουσας. Τώρα θα πρέπει να μάθω και ξένες γλώσσες, και αυτό ίσως να μην έχει τόσο κέφι. Το δίχως άλλο, οι καλοί πελάτες πάνε σε άλλα χωριά. Η Άντζελα γερνάει σα παλιά πουτάνα βάβω που κανένας δεν την εθέλει. Είναι καλά όταν χαράζει, τώρα το χειμώνο γύρω στις πέντε και. Ο Κοκοβιός, η ορχήστρα, ο Ζέπης, τα παιδιά και όλες οι κοπέλες, μαζευόμαστε κι ανοίγουμε το τσίπουρο το καλό και τότες γίνεται πραγματικό κέφι, χορεύουμε και τραγουδάμε, δεν δίνουμε δεκάρα γιατί η βραδιά έχει τελειώσει. Τότε θα πρέπει να έρχονται οι πελάτες, εκείνηνε την ώρα. Αυτό το είπα στο Ζέπη και του ακούστηκε λογοτεχνικό. Μου μήνυσε να γράψω ότι λίγοι έχουν την τύχη να δουν το καλύτερό μας, πάντα αυτό βγαίνει λίγο πιο αργά. Δεν πρέπει ακριβώς για τούτο να το βάζουμε κάτω. Ύστερα αυτός μου έδωσε ασκήσεις κι εγώ τρία καλά τσιγάρα.