Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

ΤΖΆΜΠΑ ΚΑΊΕΙ Η ΛΆΜΠΑ, ΤΖΆΜΠΑ ΚΑΙ ΤΖΕΡΕΜΈ


Ομιλάτε ω ρε ζούδια. γιατί σούρατε το κουφάρι μέχρι σα δώ; ομιλάτε κι άμα κουτρουμπελήσει και καμίαν πατάταν από τον στόμαν σας θα κάνομε δεν την είδαμε.
θέτε να ψωνίστε και γκόμενα.. ομιλάτε.
μα έρχεσαι κύριε μου να σε καμαρώσουμε που κάθεσαι σαν το λεμέ ψιλολέλεκα στο σκαμπό. Μ αν δεν πλασάρεις μ αραγμένα κυβικά αυτό που είσαι, ό,τι σκατά κιο να σαι ρε παιδί μου, για την πορδή του κάβουρα θα σε περνάμε.
Ε άντε και τό δες τώρα συ το μπαρ θέατρον, τοιμάστηκες από πριν στην τουαλέτας παρφουμαρίστηκες έβαλες το καθαρό το σώβρακο ξαναξουρίστηκες προχθές τα πήρες πάλι, ε και τί; να σφάξουμε ρέγκες μεις τώρα που ξεπατικώνεις τον Σούλτσο; Όπα και τα χρυσά μανικετόκουμπα! ρε που τα σούφρωσες δάυτα; από κανάν ποτισμένον λαρισαίο τυρά. Εντάξει να τηνε δεχτώ την κουβέντα του Ζέπη "Το μπαρ φίλοι μου θέτει προδιαγράφες κοινωνικές". Α βρες εσύ κανάν τώρα που να τις έχει όλες δαύτες και να ναι κάθε μέρα πρώτη μουρή στο καβούρι. Γιγνώσκω ολημερίς στον αγώνα είμαστε προς τελειοποίησιν ιδίου κουφαρίου - άσχετα που αυτό ακριβώς που θέλομε να γίνει ποτές δεν είν έτοιμο, πάει στο σωρό για δεύτερα. Ε και δε μας χαλεί να ασχολιόμαστε με τ άδειο κουφάρι, καθότι πας λέει παραμέσα κείθε πιάνεις λίγο ουσία λίγο ψαχνό και λοιπά, κι όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, βρώμισε. Ε και περνάν τα βράδια, σκαν οι φούσκες που φκιάνεις, τα κενά θρονιάζουν μες σε άλλες φούσκες, που ταχα μου σε λυπεί σα σκάνε και δαύτες
Ξεκόλα ρε Βαμβακούλα τη μιζέρια τούτη σ έφαγε δεν παίρνεις χαμπάρι ντιπ; κάνε ντε το αλισβερίσι σου με το ντουνιά. Δεν είναι το κουφάρι σου το σάπιο, επίκενδρον. Θα γίν η θάλασσα γιαούρτη και δεν θα χεις κουτάλια μετά.
πάμε τώρα έφυγες!

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

ΓΙΑΤ'Ι ΔΕΝ ΕΠΉΓΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΉΜΙΟ

Κάποτε ήμασταν κούτσκα αλλά είχαμ εφύγει απ τα σπιτικά μας και βγάζαμε τον μπερντέ απ τον δικό μας μονάχα κάματο. Οι γέροι μας εμίλησαν να μπούμε στο λύκειο και να πάμε λάρισα ύστερο να μας μάθουνε τα λογιστικά να δουλέψουμε ντακότες. Ο σοφότατος Ζέπης τότε εφάνη εμπρός μας, μες απ τις βρούβες κιο τις καλαμιές ωσάν βιβλική μορφή φέρουσα τους χρησμούς, τσαλακωμένος αξούριστος, κρατώντας πάντα στας χέρας του μια παλαιά έκδοση λεξιλόγου Φυτράκη. Απλώσαμε κεραίες, κι αυτός ελάλησε στον εξής ρυθμό:



" Η παροχή ακαδημαϊκής γνώσης είναι το εξευγενισμένο τάισμα μιας πολυ-αναμασημένης τροφής που χρόνια τώρα καταψύχεται - δυστυχώς στέρφα η γη μας από νέα σοδειά, εξαιτίας της μουχρίτσας και του βέλιουρα. Με την πρώτη επαφή, προκαλούνται τακτικές παλινδρομήσεις του οισοφάγου, αλλά με τον καιρό η τροφή επαναπροωθείται ομαλώς προς τον δωδεκαδάκτυλο και το δίχως άλλο, ο οργανισμός περνά στο στάδιο μονοπωλιακής αναζήτησης αυτής.
Τούτος, ο ημί-αποσυντεθειμένος (κοινώς σάπιο ξυλόμηλο) χείμαρρος γνώσεων σκυλοπνίγει το Διαμαντή, σαπιοκαραβοβουλιάζει το Διαμαντή, κι εκεί χάμου στον πάτο απασχολείται στο να ταλαιπώρει κουφά κι αμνήμονα χρυσόψαρα μέχρι να κατανοήσουν ό,τι αυτός με τόσους κόπους μάθαινε. Και ούτε που κοντά να ξεπροβάλλει στην επιφάνεια και ν' ατενήσει τον ορίζοντα της πραγματικής γνώσης.. "




Κάπου την αλήθεια τον εχάσαμε, δηλαδίς κει που πε μια παροχή κι έπειτα, όπου εμένανε ο νους μου έτρεξε στην απλήρωτη ΔΕΗ. Επειστήκαμε πάντως, φίλοι, κιο μείναμε στα χωριά. Άλλοινε στα μπαρ κι άλλοινε στα μπα'ί'ρια.*



" Στα χρόνια στα κατοπινά, ο Διαμαντής^, δικηγόρος πια στα Σούρμενα, επήγε μετά από κάτι ενοχλήσεις στο γαστρεντερολόγο κι ο τελευταίος αποφάνθη: Διαμαντή! Η κοιλιά σου είναι μια άπλυτη κρασοκανάτα. "



* φαλακροχώραφα
^ ο Διαμαντής βγαίνει από το Αδαμάντιος

Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

ΚΑΛΗΜΈΡΑ ΚΙ ΈΦΕΞΕ!: Ο ΠΑΤΕΡΟΎΛΗΣ

Αρχίνησα την καριέρα μάρθα βούρτση, καρμπόν με πολλά άλλα γκαργκανούλια σκατότυχων νοικοκυριών, όταν μας την έκανε ο πατέρας ο αθίγγανος. Ε τώρα τι να λέμε πρώτος σουρουκλεμές ο πατερούλης, κι εγώ καλή μουλάρα που θεό τον εκάμα για να τηνε έλεα στη μάνα όταν με τουλούμιαζε, θεός σχωρέστηνα και δαύτην. Ο πατερούλης ήτο όπως όλοι οι παππουδέοι του μουσικός χορευτής ποκαδόρος κράχτης και φλοκατέμπορας. Όλη μέρα μασούλαγε σαν το τσώνι ξεροκάρπια κι είχε στο πλαστικό το αύρα βότκα και ρούφαγε με το ροζ καλαμάκι. Ήτο Νοέμβρης, βροχερός βρωμιάρης μες τη λάσπη και στα σκατά νοέμβρης, όλες μου οι αδερφάδες είχαν στηθεί γύρω από την τιλιόραση σαν πρόβατα στη φάτνη, είχανε γκαγκανιάσει στο κλάμα, χτένιζαν μαλλιά, έτρεχαν μίξες και ξαναματαπάλι ξελαρυγγιάσματος το τροπάρι. Η μάνα ήταν στην κουζίνα και παιδευότανε όλο το πρωί να μαγιορεύει κάτι που δεν εφάγαμε ποτέ. Οι λάμπες είχαν αρπάξει και αναβοσβήνανε σα ν' άστραφτε και μες στο σπίτι ο κωλόκαιρος. Ε δεν ήτελε και πολύ πρωτοπορία το πράμα, ο πατερούλης πετάχτηκε να πάρει κωλόχαρτο και φαρινάπ και δεν ξανάρθε.
Επεράσανε πολλά χρονιά για να καταλάβω τι πούστης ήτο ο πατερούλης, πλάγιαζα γυναίκα εγώ με άδειες σωβρακοφανέλες, σα να μου εκάμνανε ξόρκι διάλεγα όμοιες του πατερούλη. Θαρρώ ποτέ δε γεύτηκα αντρίκια ιδέα και συνεχίζω μέχρι τώρα την κατάρα της μάνας. Αρχίδια ξεφούσκωτα που χέζονται απάνω τους κι αντί να μαζέψουν σαν κύριοι τα τιποτένια κουράδια τους, λουφάζουν σαν τις βιασμένες πάπιες και τ' αφήνουν στους δικούς τους να τα καθάρισουν. Γίνε άνθρωπος ρε, γίνε άντρας, πάρε την ευθύνη της μαλακίας και μετά φύγε άξιος, όχι σα να μην έτρεξε κάστανο, πολυαγαπημένη πάω στο σουπερμάρκετ Γαλαγάλα κι έρχομαι, και τρέχεις ποντικοθόδωρας στο ταμτούμ γι΄ αλεπουτόμαρα.
Σε περίμενα πατερούλη, σε περίμενα σαν την γκόμενα χαρμάνι που την αφήκε λούης μ' ένα μπαούλo σούξου μούξου μανταλάκια και τα ρέστα καραμέλες.
Και τι έγινε που ήρθες και τι έγινε;;


ΠΑΤΙΝΆΡΕΙ ΤΟ ΣΚΟΥΛΉΚΙ ΣΤΟ ΤΖΑΤΖΊΚΙ;

Μύρισ' ο θάλαμος νέφτι.
Μπήκε κι ο Ζέπης κι έφερε τα γκαβλιτσεκοσύνεργα.
Ο κώλος έχει γίνει ταψί στο κρεββάτι
και το στομάχι μούλιασε από σούπες νερομπούλια.
Το παιδεύω γαμώ το φελέκι τους το παιδεύω το σέρνω και μόλις έβαψα και το νύχι μουσμουλί και χτυπάω τα πλήκτρα σα να πονπονάρω τα δάχτυλα απ' τα λάδια της μπριτζόλας στην χαρτοπετσέτα του ΜΠΙΛΛΥ ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ. Μην απορείς και μη λυπάσαι που δεν στέκουμαι άνω των περιστάσεων, αλλά έχω προβλήματα υγείας και μ' έχουν πάει πίσω, ή πολύ μπροστά, πάντως δεν τσουλάω πια με το συνάφι μου. Μελίγκρα είναι θα την ψεκάσουμε, λέει ο Ζέπης. Ξέρω και γω μωρέ. Βλέπω ταινίες στο ντίβιντί που όλ' οι θεατρίνοι, όταν τους σκάνε τα καλιαρντά, παίρνουν ένα φίλο ή και μονάχοι τους και ξεκινάνε ρόουντι τριπ, εκεί γνωρίζουν τόσο κόσμο διαφορετικό, που ξεχνάν ποιοι είν' οι ίδιοι και ξαναγράφονται απ' την αρχή. Θα ήτο καλό να συνέβαινε τώρα αυτό, αλλά έχω προβλήματα υγεία και με πάνε πίσω ή και μπροστά. Το νιώθω, εκεί κατά το Μαή Ιούνη, θα τηνε δώκω την κουτουλιά την οριστική. Με την κεφάλα μου θα σπάσω όλα τα μπουκάλια του κόσμου (όπου κόσμος Άντζελα), θα σπάσω το παραγκοκούτι που κοιμάμαι, θα σπάσω και τα ψάρια που 'χει η Ντόρα στη γυάλα. Μου τη δίνουνε, είναι χαζεμένα και πρέπει να βγούνε στον ωκεανό, άμα έχουν αρχίδια να μην ψοφήσουν, δεν τους αξίζει τίπτις άλλο. Δέμελέρε Σούλα, ποιον ωκεανό; Τον παγασητικό, ξέρω γω. Σάματις θα μπορέσω να βγω σε ωκεανό; όταν κάποια καρκινιάρικη αρρώστεια θα χει μολύνει τα σκώτια και δεν θα χω τον παρά να τηνε ξεκολλήσω από μέσα μου.. Να πάρω μαούνα να βγώ στη θάλασσα στην πορτογαλία κι όπου με βγάλει. Και πως θα πας μαρή στην ποργαλία; Ε δεν θα βρω κάποιονε να κάνω το ρόουντι τριπ μέχρι σα κείθε, άντρα να προτιμήσω για να μαρσάρουμε και λίγο πριν το τέλος, ολοκληρώνοντας επιτυχώς την τετραετία της κυβέρνησης. Κουβέντες κούφιες ξεΐγκλωτες για μια νιανιάρα που το φυσάει και δεν στεγνώνει (το νύχι νοώ). κάνει την τρίχα τριχιά, βγάζει της μύγας ξύγκι κλπ. (δες σε λίγο κι απάνω γιατί και πως τούτο το δράμα κι υπερβολή δεν έχω περίοδο)

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

ΆΣΤΑ ΡΑΣΤΑ, ΦΆΕ ΠΆΣΤΑ (ΜΈΡΟΣ ΔΕΎΤΕΡΟΝ)

Δεν ξέρω τι περιμένετε ρε. Θέλετε τη Σούλα να σας κάμει κέφι παντού και πάντα, και αν δεν σας κάθετε ή δεν τη κατεβάζει ολάκερη τη μπουκάλα, τη λέτε ότι ψόφησε κιο βρωμίζει το κουφάρι της απ΄τη σαπίλα. Ρε! Σπινιάρ' η γάτα στο γιαούρτι; Ε όχι ρε. Δεν έχει ψάρια ο πάγος! Κι η Σούλα περνά τις "φάσεις" της. Δε ξέρω ρε που θα με βγάλει το ξενύχτι. Ώρες ώρες το υπηρετώ πιστά, σα να ήτο το ηθικότερον επάγγελμα όλων, σα να μένω άγρυπνη σκοπός στο μπαρ για να γιατρεύω τα καύκαλα τα δικά μου και των αλλονώνε, αλλά η νύχτα είναι μυστήριο τρένο, δε σε πλανά έτσι χωρίς λόγο, κάτι θέλει να πάρει από σένα, σιγά σιγά.., με τον τρόπο της. Τη μισώ φορά με τη φορά. Η αγάπη και το μίσος είν' οι δυό όψεις απ' το δίευρο, λέει ο Ζέπης. Εγώ θαρρώ τη μισώ τώρα πιο έντονα από κάθε άλλη φορά και θε να πάω Αθήνα. Η νύχτα εκείνη θα ΄χει να με κερδίσει πάλι απ΄ την αρχή και δε θα 'χω προηγούμενο λογαργιασμό με κανέναν. Άρχισε να ξηλώνει το πουλόβερ εδώ στο χωριό. Με ξέρει όλο απ' έξω κι ανακατωτά, ο καθένας νομίζει ότι μπορεί να με κάνει ζάφτι, κι αυτό με χαλεί.. Το Ορτύκι ξέρει σε πια γουλιά Τζιμ Μπιμ θα ρευτώ και σε ποια θα σπάσω το ποτήρι. Μου πουλεί έρωτες ακόμα και παντρολογήματα και φοβούμαι μην κάνω μαλακία καμιά μέρα, βαρέσω μπιραλάχ, γκαστρωθώ και πλένω σώβρακα και φκιάνω κωλοτρυπιδόσουπες ολημερίς. Ο Κοκοβιός ξέρει πόση ώρα κάνω στο πορσελάνινο λεωφόρειο κι ο Μπαρμπα-Κώστας είναι μανάβης, ιδιοκτήτης μου, πελάτης το βράδυ, θείος, κουμπάρος ΚΑΙ αθλίατρος του χωριού! Πότε θα με πάρουν για ντοκιμαντέ;;; Δεν έχω λεφτά γαμώτι μου, δεν έχω! και θε να φύγω! μακριά.
Τι κοψοφλεβιά και δαύτην πάλι σήμερις ανάθεμα το ρεπερτόριό μου μέσα.



Όλα τα βλέπω σκοτεινά και μπερδεμένα
λες και με βρήκαν όλες οι καταστροφές
πάνω στην τρέλα μου συνάντησα και σένα
και η ζωή μου πήρε ανάποδες στροφές

Έχει θολώσει το μυαλό μου απ΄ το σκοτάδι
και η καρδιά μου έχει τόση μοναξιά
πάνω στην τρέλα μου μιλάς και συ γι΄ αγάπη,
εγώ βαθειά μου νιώθω μόνο παγωνιά

θα πάρω φόρα θα πάρω φόρα να τα γκρεμίσω
αυτά που μου 'χουνε μπερδέψει τη ζωή
θα πάρω φόρα θα πάρω φόρα να τα γκρεμίσω
να πάρω επιτελούς μια αναπνοή



Κι αν εφιάλτης μου είναι ότι παθαίνω κύρωση του ήπατος, φκιάχνομαι κι εγώ με τ΄ ότι κάποτε θα θάψω την Άντζελα που με γέννησε..

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2009

ΆΣΤΑ ΡΆΣΤΑ, ΦΆΕ ΠΆΣΤΑ

Εψές ήρθε ένας στην Άντζελα και γύρευε τη Ντόρα Ξεσήκου, ρωτούσε αν μένει στο χωριό και που, η Ντόρα έλειπε - την είχε πετάξει ο Χαλιβούρδας με την καρότσα στον Παλαμά να φέρουνε τη νέα σοδειά Τζιμ Μπιμ Μπλακ. Τα κορίτσα κι ο Κοκοβιός εκάνανε τις πάπιες. Εγώ πετάχτηκα σαν τη πορδή και του ΄πα ότι σταμάτησε το μπαρ κι έφυγε για Ντουμπρόβνικ. Η φάτσα ήταν περίεργη κιο μυριστήκαμε τη βρωμοδουλειά. Την έψαχνε για βίζιτες να ξοπληρώσει χρωστούμενα από ζάρια που ΄παιξε. Ο Ράλλης την επήρε στο κινητό να μην πατήσει στο μαγαζί γι΄ απόψε μη σήκωνε μπελάδες. Η φάτσα θρονιάστηκε σε καλό τραπέζι και στείλαμε την Αγορίτσα να ψαρέψει ορέξεις. Ο τύπος ήτο σαλονικιός και θα 'φευγε το πρωί. Δεν του την είχε δώσει τόσο η Ντόρα, άλλα είχε κάνει χοντρή κρασοπατινάδα κι ήτανε φέσι. Του βάλαμε κι εμείς τ' ανοιχτά τα ουίσκια ν΄ αποτελειωθεί, μη του σφυρίξει κανάς αντάβαλος τίποτις. 'Γω 'χα χαλαστεί πολύ - η Άντζελα έχει βρωμίσει ως τα μπούνια και τίποτε δεν την ξεπλένει. Ούτε με το Ράλλη δε ξεσηκώθηκα, βυθίστηκα στο τσίπουρο και θόλωσα μες τα καπνά του σαντέ. Όταν ο σαλονικιός παρήγγειλε μες τη λιαρδοσύνη του στο Ορτύκι που 'τανε στο δίσκο να πάω στο τραπέζι για παρέα, εγώ τα πήρα - μας το 'παιζε πολύ λεμές ο τύπος και σκύφτε όλοι να σας καβαλικέψω. Ζυγώνω το λεπόν και του λέω Καλ΄ η παρέα σου φάτσα, αλλά βρωμάν τα πόδια σου. Ο σαλονικιός φορτώνει και πάει να με βουτήξει από τη μπροστινή ξεφτισμένη αντάυγεια. Το Ορτύκι μπαίνει στη μέση και τονε ξαναπαλουκώνει στην καρέκλα. Ο Κοκοβιός πήρε φωτιά στον κώλο και "διακτινίστηκε" (κατά τον Ζέπη) κι αυτός εκεί.
- Πάενε χόρεψε μωρή. Τζάμπα μωρή πλέρωσε ο άνθρωπος άλφα τράπεζα πίστεως και είκοσι πανέρια γαρούφαλλα
Να το σημάνω ο Κοκοβιός με είπε δυό φορές μωρή λες κι είμαι κανάς βιγκολεβίγκος.
- Μόρα και κασίδα, και βρόντηξα το ποτήρι μου καταΐ.
Αυτό δεν το 'καμα από μαγκιά, αλλά την αλήθεια τα ΄χα τσούξει λιγοστό και δε το βαστούσαν τα χέρια μου. Το δίχως άλλο βγήκα από το μαγαζί σα να 'χα καταπιεί τον Εγκέλαδο. Με πήρε στο κατόπι και το Ορτύκι και μες την τύφλα μου άρχισε να μου τσαμπουνάει έρωτες μύθια και λόγια χωριοπανηγυριώτικα. Δεν ήτο κακός, ήτο μικρό γκαργκανούλι ακόμη κι ενθουσιάστηκε που 'νιωσε προστάτης για την πάρτη μου. Μετ' από λίγο όρμησε όξω κι ο σαλονικιός, σουρνάμενος σαν το κροκόδειλο μέχρι τη χέστρα. * Ο βεσές είναι έξω από το μαγαζί προς την αποφυγή οσμών* Αηδίασα έτσι όπως τον είδα γονατιστό να οδηγεί το πορσελάνινο λεωφορείο. Κάπου κει μας πέτυχε κι η χαραυγή και φώτισ΄ ο ήλιος τις μούρες μας που ΄ταν σαν κομμένο αυγολέμονο. Δεν είναι όλα τα βράδια καλά. Δεν είναι κάθε μέρα όλοι φίλοι.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Ο ΟΎΖΟΣ ΒΡΕΞΤΟΛΆΡΥΓΓΑΣ ΚΙ ΟΙ ΚΌΚΕΣ

Ο Ούζος Βρεξτολάρυγγας το 'ριξε στην κοκαίνη και να μην του πω εγώ τίποτα ντάξει, μούγκα, και το δικό μας το μάτι γυρισμένο το βρίσκει το ξημέρωμα, πάρτηνε την κοκαίνη πασά μου κάπνιστην ρούφατην τρίψτην κατάπιοτην, αλλά μη μου ΄ρχεσαι και μπουρτζοκλαίγεσαι μετά. Δακλύζεις κύριε μετά την κοκαίνη, δακλύζεις! Δεν ξέρω τι γκαραζογκόμενες βλέπεις όταν φκιάνεσαι και μετά ξυπνάς και βλέπεις τη μάπα του Κοκοβιού, σκέφτεσαι ότι δεν έχεις να πλερώσεις ούτε τα γκαλιαγκδόσκυλα* που σε κυνηγάνε απ'το Κοπλέσι, ούτε τη μάνα σου που κάνει βακάνς στο γενικό.
Και σε λυπόνται όλοι. Άσκημο. Και να νιώθεις μιζέρια, κιο να την αποπνέεις! Ηθέλησες να νιώσεις θεϊκλίκι, παραπέρα, παραπάνω. Άλλο όμως να την πίνει την κόκα ο Σούλτσος, με τα σατέν μαύρα σακάκια, τα χρυσά δακτυλίδια, την κολώνια τζαϊπούρ, και να τη στρώνει με τα μαντρoπαλικαράκια του, να την πατάνε και να σηκώνουν αντράλα στο μαγαζί, να γελάνε να παίρνουνε τις καλύτερες γκόμενες, κι αυτές με τη σειρά τους να ξεχαρμανιάζουνε όχι μες τη σαπίλα αλλά μες την κυρίλα, γιατί είναι φτιαγμένοι τα σπάνε πλερώνουν και δεν τους λέγει και κανένας τίποτα. Ετούτοι αστράφτουν λες και τους φρεσκοπασαλείψαν απ΄το μαλλί μέχρι την κάλτσα με μπριγιαντίνη, ενώ εσύ μαστουριάζεις μες τη βρώμα στο δέκα επί οκτώ σαν το κλασμένο απ΄το θεό μαρούλι κι άντε να στη βαρέσει λίγο ν΄ αναλαλάξεις σαν το κοκόρι που το σφάζουνε κι έπειτα κλαις και κλαις. Δεν είναι έτσι οι άντρες Ούζε, οι άντρες πίνουνε και δεν παραπονιόνται, οι άντρες μπορεί να σέρνονται τις νύχτες σαν τα κροκοδείλια αλλά τη μέρα δουλεύουνε και ξυπνάνε. Έτσι την παλεύουνε. Κιο δεν αφήνουν κανένα βαπορέικο γκαλιαγκδόσκυλο να τους γαμήσει από μπρος κι από πίσω. Πεινούσες κι έπεσες με τα μούτρα στη σούπα με το ηλιέλαιο και τώρα ακόμη τρως, κι έγινες χοντρός σα βαβουροπατάτας, και τρως μονάχος σου, κανένας δε σε θέλει έτσι, κι αν θαρρείς πως δε σε μέλει αυτό κι ότι εσύ έτσι κοιτάς την πάρτη σου και περνάς καλά, τράβα βαλέ από δεκαεφτά και τα λέμε!

Υ.Σ: Τον γύφτο με τα τρία σκυλιά και το κόκκινο τουότα την επόμενη μέρα τον πήρανε οι γαλατάδες με τα μπλε καρούμπαλα για πέντε δράμια κόκα στο σακουαγιάζ. Μας αφήσαν το τουότα. Εγώ δεν πήγα στην Ιταλία.



*Μυθικά τέρατα του Θεσσαλικού κάμπου, σύζευξη καλιακούδας και σκύλου.

Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

ΦΩΤΙΈΣ ΜΑΣ ΆΝΑΨΕ ΤΟ ΤΟΥΌΤΑ

Εσήμερα περπατήσαμε μέχρι την Καράμπελη. Πήραμε κι ό,τι περίσσεψε από το ψηστορικό πανηγύρι του Μεσενικόλα | μπύρες και κοντοσούβλι στο λαδόχαρτο. Στο ποτάμι ξέπλυνα πλαστικά ποτήρια κι εκεί θα περνούσαμε ως το βράδυ μέχρι να ξεράσουμε τ΄άντερα και τα συκώτια μας. Εσήμερα δεν δουλεύαμε. Είναι Δευτέρα. Ζύγωσε κατά το δείλι ένα τουότα κόκκινο, που το΄χε ένας γύφτος με τρία σκυλιά. Τον κεράσαμε μπύρα βεργίνα (κακώς, δεν εφέραμε το τσίπουρο το καλό). Μας είπε ότι είχε γυρίσει βουλγαρία σλοβενία σκόπια τουρκία βλαδιβοστόκ κολωνία κι ότι είχε φτάσει ίσα με τη δρέσδρη.δέσδρη, δρέσδη! Μας είπε για βίζες, σύνορα, μπαρ, νέες δουλειές, δίαιτες του ανανά. Δεν ακούστηκε πανταβός ή μαλάκος. Τον εζούλεψα θαρρώ. Ο Ζέπης είπε κάτι λογοτεχνικό | ότι αυτοί που ταξιδεύουν είναι ξύπνιοι σοφοί με μεγάλο πνεύμα και ιδέες. Ο τσιγγάνος απήντησε πως το έχει στο αίμα του αναντάμ παπαντάμ ν' αλλάζει πατρίδες κι ότι ο Έλληνας δεν την κατέχει τούτη τη νοοτροπία. Κότεψα εκεί. Από μικρή θωρούσα πως ήξερα από ξενιτειά, που εβιάστηκα ν' αφήσω τη Σέκλιζα για το Μπανταλάρι. Μέχρι τα τώρα έχω γυρίσει ολάκερο το νομό, όσο καμιάν άλλη συχωριανή μου. Ίσως να μην αξίζουν τα λόγια του Ζέπη. Έτσι μας λέγανε και για το σχολειό, ότι θ' ανοίξει τους ορίζοντες, αλλά έχω μάθει πολλούς γραμματιζούμενους μουγκάβια και ανθυποτίποτες. Μόνο ένας τρόπος είναι να δω αν τα ταξίδια σε κάνουν σοφό | τα εσυμφώνησα με τον τσιγγάνο να με κουβαλήσει στο τουότα μέχρι την ηγουμενίτσα κι από εκεί θα έβρισκα άκρη με νταλίκα μου πε για να μπαρκάρομε στην ιταλία. Ο Ζέπης μου πε "δέμελερε σούλα, το σκέφτεσαι καλά;" κι εγώ του θύμησα τον πατέρα μου που είναι τσιγγάνος κι ετούτος ε και γιατί όχι το λεπόν.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

ΑΝΑΔΟΥΛΕΙΈΣ Η ΆΝΤΖΕΛΑ

Εσήμερα το μαγαζί ήτανε άδειο. Ο Κοκοβιός λέει πρέπει να φέρομε βουλγάρες και μολδαβές. Συνήθως εγίνεται εισαγωγή από χωριά της Λάρισας, αλλά κοστίζει. Ο Κοκοβιός λέει είμαστε το μόνο μαγαζί που δεν έχει κάνει εισαγωγή ξένες κοπέλαι. Εμένα αυτό δεν μου έχει αρέσει. Ο Ζέπης Καρντάς μου κάνει μαθήματα γραφής και ανάγνωσης της ελληνικής, σύγχρονης και καθαρεύουσας. Τώρα θα πρέπει να μάθω και ξένες γλώσσες, και αυτό ίσως να μην έχει τόσο κέφι. Το δίχως άλλο, οι καλοί πελάτες πάνε σε άλλα χωριά. Η Άντζελα γερνάει σα παλιά πουτάνα βάβω που κανένας δεν την εθέλει. Είναι καλά όταν χαράζει, τώρα το χειμώνο γύρω στις πέντε και. Ο Κοκοβιός, η ορχήστρα, ο Ζέπης, τα παιδιά και όλες οι κοπέλες, μαζευόμαστε κι ανοίγουμε το τσίπουρο το καλό και τότες γίνεται πραγματικό κέφι, χορεύουμε και τραγουδάμε, δεν δίνουμε δεκάρα γιατί η βραδιά έχει τελειώσει. Τότε θα πρέπει να έρχονται οι πελάτες, εκείνηνε την ώρα. Αυτό το είπα στο Ζέπη και του ακούστηκε λογοτεχνικό. Μου μήνυσε να γράψω ότι λίγοι έχουν την τύχη να δουν το καλύτερό μας, πάντα αυτό βγαίνει λίγο πιο αργά. Δεν πρέπει ακριβώς για τούτο να το βάζουμε κάτω. Ύστερα αυτός μου έδωσε ασκήσεις κι εγώ τρία καλά τσιγάρα.